ἐνδύομαι

ἐν|δύομαι надевать на себя, одеваться; проникать во что (ср. ενδύω одевать кого; неперех. одеваться) aor. ἐν|έδυν

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἐνδύομαι" в других словарях:

  • ἐνδύομαι — ἐνδύω go into pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσενδύομαι — Μ [ἐνδύομαι] (για νεοφώτιστους μοναχούς) ενδύομαι επιπροσθέτως …   Dictionary of Greek

  • ενδύω — (AM ἐνδύω και ἐνδύνω Α και ἐνδυνῶ, έω) 1. φορώ ενδύματα σε κάποιον, ντύνω κάποιον («ενδύει την Αγία Τράπεζα», «ἐνέδυσάν με χλαμύδα κοκκίνην», «ἐνδύουσι τὤγαλμα τοῡ Διός») 2. μέσ. ενδύομαι φορώ τα ενδύματα ή τη στολή μου («ἐνδύεται ἅπασαν τὴν… …   Dictionary of Greek

  • επενδύω — (AM ἐπενδύω) νεοελλ. 1. στρώνω, καλύπτω την εσωτερική ή την εξωτερική επιφάνεια ενός αντικειμένου με στρώμα από άλλο υλικό 2. καλύπτω με φύλλο ξύλου ή μετάλλου, καπλαντίζω μσν. μέσ. ἐνδύομαι 1. είμαι περιτυλιγμένος («ἀμπέλοις ἐπενδύοντο τὰ… …   Dictionary of Greek

  • ευείματος — εὐείματος, ον (Α) ντυμένος με καλά ενδύματα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ειματος (< είμα «ένδυμα» < έννυμι «ενδύομαι»), πρβλ. διπλο είματος, δυσ είματος] …   Dictionary of Greek

  • ευείμων — εὐείμων, ον (Α) ωραία ντυμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ειμων (< είμα «ένδυμα» < έννυμι «ενδύομαι»), πρβλ. κακο είμων, μελαν είμων] …   Dictionary of Greek

  • παρενδύομαι — Α εισδύω, εισέρχομαι πλαγίως, γλιστρώ κρυφά. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) * + ἐνδύομαι «φορώ τα ενδύματα μου, εισέρχομαι κάπου»] …   Dictionary of Greek

  • περιδύω — Α περιεκδύω, αφαιρώ, γυμνώνω («τῶν αὐλητρίδων τὰ ἱμάτια περιέδυεν», Αθήν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < περι * + δύω «αφανίζω, παρακμάζω» και «ενδύομαι, περιβάλλομαι»] …   Dictionary of Greek

  • συνενδύομαι — Α [ἐνδύομαι] φορώ κάτι μαζί με κάτι άλλο («τὸν θώρακα συνενδύς», Αρρ.) …   Dictionary of Greek

  • ԶԳԵՆՈՒՄ — (զգեցայ, ցի՛ր, ցեալ.) NBH 1 0727 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 5c, 6c, 8c, 10c, 12c, 13c ն.հ. ԶԳԵՆՈՒՄ ἑνδύομαι, ἑνδιδύσκομαι , φορέω, φέρω, ἁμφιέννυμι, περιζώννυμι induor, vestior, fero, porto, gero, accingor,… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.